close
loading...
close
loading...
close
loading...
Εκδόσεις Μαλλιάρης-Παιδεία
Βιβλιοπροτάσεις
Bazaar Βιβλίου
Νέες Κυκλοφορίες
Best Sellers
Top 100

ΜΕ ΦΙΛΙΑΝ ΠΑΝΤΟΤΙΝΗΝ ΚΑΙ ΑΔΟΛΗ




19,91 € 17,92 €
κερδίστε 1,99 €
Συνήθως αποστέλλεται εντός 7 εργάσιμων ημερών (προϋπόθεση στοκ προμηθευτή)





Κωδικός είδους :
101.4175
Βάρος :
0.51 kg
Εκδότης :
Διαστάσεις :
14χ21
Εξώφυλλο :
Μαλακό
Σελίδες :
323
Barcode :
9789602506073
ISBN :
978-960-250-607-3
Ετος κυκλοφορίας :
2014

Περιγραφή

"Εγώ τι να σου πω; τη μοναξιά δεν την μπορώ· η συντροφιά μ' αρέσει - όχι βέβαια η απτή, η βαρετή πολλές φορές συντροφιά, που μας χαρίζει η κοινωνική ζωή μας, μα η συντροφιά με τις μορφές του μέσα μας κόσμου, τις μορφές που ζωή τους δίνομεν εμείς, με την αναπόλησι και τη φαντασία, με το στοχασμό ή με τη νοσταλγία."

Πως μπορεί μέσα από την επιστολογραφία ενός σπουδαίου φιλολόγου με τις αγαπημένες του μαθήτριες να αναδυθούν οι βαθύτερες αναζητήσεις και οι έγνοιές του και να ανασυσταθούν άγνωστες πτυχές της σκέψης και της προσωπικότητάς του;
Τα γράμματα του Ιωάννη Συκουτρή προς την Αγλαΐα Φακάλου και τη Μαρία Κακισοπούλου φωτίζουν την καθημερινότητα του συγγραφέα τους, την πορεία της ακατάπαυστης εργασίας του, ακόμη και την κοινωνική του ζωή και τον ελεύθερο χρόνο του. Ο Δάσκαλος ξεδιπλώνει εκεί συναισθήματα, στοχασμούς και βαθύτερες αγωνίες, καταλείποντας το ίχνος του εσωτερικού του κόσμου όπως δεν κάνει σε κανένα άλλο κείμενό του. Επιπλέον οι επιστολές του προς τη Μαρίκα Στρομπούλη και την Ηρώ Κορμπέτη αναδεικνύουν γλαφυρά την αντίληψη και τη μέριμνά του για το παιδευτικό έργο. Μια προσωπική μαρτυρία, συναρπαστική για τον αναγνώστη και αναντικατάστατη για τον ερευνητή.
Συγγραφέας

Συκουτρής, Ιωάννης, 1901-1937

Ο Ιωάννης Συκουτρής γεννήθηκε στη Σμύρνη της Ιωνίας την 1η Δεκεμβρίου 1901. Ο κτηνοτρόφος πατέρας του, χιώτικης καταγωγής, συντηρούσε την πολυμελή οικογένειά του φτωχικά αλλά τίμια· εκείνος έμαθε και τα πρώτα γράμματα στον ασθενικό, μικρόσωμο και λεπτοκαμωμένο άνθρωπο πριν φοιτήσει από το 1909 στην τρίτη τάξη του συνοικιακού δημοτικού σχολείου του Αγίου Κωνσταντίνου. Υποστηριζόμενος από τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο εγγράφτηκε δωρεάν στην Ευαγγελική Σχολή από όπου αποφοίτησε αριστούχος τον Ιούνιο του 1918. Αμέσως, λόγω του αποκλεισμού, αναγκάστηκε να διοριστεί δάσκαλος στο Μουραντιέ (Γκιαούρ-κιοϊ), κωμόπολη κοντά στη Μαγνησία· εκεί σχημάτισε και σύλλογο νέων ορκισμένων να μιλούν μόνον ελληνικά μεταξύ τους. Ήδη από τα δεκαέξι χρόνια του ήταν τακτικός συνεργάτης της "Αμαλθείας" του Σ. Σολωμονίδη με το ψευδώνυμο Αντιφών ο Σμυρναίος. Το φθινόπωρο του 1919 κατόρθωσε να έρθει στην Αθήνα όπου εγγράφεται αναδρομικώς στη Φιλοσοφική Σχολή από την οποία αριστεύοντας παντού αποφοίτησε το 1922. Αμέσως έφυγε για την Κύπρο, όπου είχε διοριστεί καθηγητής στο Ιεροδιδασκαλείο Λάρνακος. Η διαμονή του εκεί αποβαίνει για αυτόν αναβάπτισμα από την οξύτατη εσωτερική κρίση που περνούσε εξαιτίας της Μικρασιατικής Καταστροφής. Επί διετία δημοσίευσε ιστορικές και λαογραφικές μελέτες στο περιοδικό "Κυπριακά Χρονικά" που ίδρυσε. Το 1924 επέστρεψε στην Αθήνα όπου διορίστηκε βοηθός στο Φιλοσοφικό Σπουδαστήριο του Πανεπιστημίου. Το 1925 παντρεύτηκε και με υποτροφία του Πανεπιστημίου αναχώρησε για τη Γερμανία. Το 1930 επιστρέφοντας στην Αθήνα ανακηρύχθηκε παμψηφεί υφηγητής, και οι αίθουσες των παραδόσεών του ασφυκτιούσαν από την προσέλευση του κοινού. Εργαζόταν δημιουργικά αλλά σπάταλα· κυρίως ως ερευνητής επιστήμων αλλά κατ' εξοχήν ως δάσκαλος. Ταυτοχρόνως δούλευε και ως βιβλιονόμος της Βιβλιοθήκης της Ακαδημίας Αθηνών. Το 1933 το Πανεπιστήμιο της Πράγας του πρότεινε την έδρα της Κλασικής Φιλολογίας. Τα δημοσιεύματά του -φιλολογικά, φιλοσοφικά, κριτικά κ.ά.- ακολούθησαν καταιγιστικούς ρυθμούς όλα αυτά τα χρόνια. Το 1937, πριν προφτάσει να εκλεγεί καθηγητής στο Πανεπιστήμιο -πόσο το αγάπησε και πόσο τον πίκρανε!- αυτοκτόνησε, μετά από μια τελευταία επίσκεψη στην Ακροκόρινθο.