Η χρήση παραδειγμάτων, δηλαδή, οικείων και συμφυών αναγωγών διατρέχει δομικά τη σκέψη του Δαμασκηνού όχι μόνο στη χριστολογία και τριαδολογία αλλά και στην ανθρωπολογία και εκκλησιολογία του. Ουσιαστικά, πρόκειται για την προσπάθεια του μεγάλου θεολόγου να εξηγήσει τα βασικά δόγματα της Εκκλησίας με εικόνες και σχήματα, προσεκτικά επιλεγμένα, από τον χώρο του κτιστού που δύνανται να αναγάγουν εν εσόπτρω και εν αινίγματι τον νου του ευλαβούς ακροατή στην κατανόηση και σύλληψη των υπερφυών δογμάτων. Έτσι, διά καταλλήλων παραδειγμάτων, τύπων και αναλογιών περιγράφεται πώς ο Θεός είναι ένας και Τριαδικός, πώς ο Χριστός είναι ένα πρόσωπο εκ δύο φύσεων, πώς στην Αγία Τριάδα, όταν ομιλούμε περί των προσώπων, εκφράζουμε άλλος και άλλος και άλλος και πώς στον Χριστό, όταν ομιλούμε περί των φύσεων, λέμε άλλο και άλλο. Ωσαύτως, η σάρκωση, την οποία ενεργεί και εξάπαντος δεν πάσχει ο Λόγος περιγράφεται με το παράδειγμα του πυρακτωμένου σιδήρου· όπως, δηλαδή, το πυρακτωμένο σίδερο δεν απειλείται κατά τη φύση του όταν έλθει σε επαφή με το νερό, κατά τον ίδιο τρόπο και η σάρκα του Λόγου, όταν πάσχει, η απαθής θεότητα δεν προσοικειώνεται το πάθος, παρότι παραμένει αχώριστη προς αυτήν. Το παράδειγμα του πυρακτωμένου σιδήρου είναι δομικό και διατρέχει τη συνολική δογματική σκέψη του Δαμασκηνού. Εφαρμογές του συναντήσαμε και στην ανθρωπολογία και στην ευχαριστιολογία του. Ιδιοφυώς ο μεγάλος δογματολόγος θα σημειώσει για τους αγίους, χρησιμοποιώντας το ίδιο παράδειγμα, ότι δεν προσκυνούνται σύμφωνα με τη φύση τους, αλλά επειδή έχουν εντός τους Αυτόν που από τη φύση του πρέπει να προσκυνείται, όπως ακριβώς και το πυρακτωμένο σίδερο δεν είναι κατά τη φύση του καυστικό, αλλά γίνεται διά μέσου της μετοχής σε αυτό που από τη φύση του καίει, δηλαδή τη φωτιά. Με τη βοήθεια των παραδειγμάτων αυτών, τα οποία συγκεντρώνουμε και εξετάζουμε συστηματικά σε κεφάλαια στο βιβλίο μας, ο Δαμασκηνός ερμηνεύει τόσο την τριαδολογία και χριστολογία του όσο την ανθρωπολογία, την εκκλησιολογία και την ευχαριστιολογία του. Μάλιστα δε, στην τελευταία, εμφανής είναι η σύγκριση που επιχειρεί με την εσχατολογική θέα του προσώπου του Χριστού, η οποία θα είναι θεοειδέστερη. Η μετάληψη της Θεότητας, στα έσχατα, κατά τον πυρσοειδή Δαμασκηνό, θα πραγματοποιείται διά μόνης της θέας του Χριστού. Συνεπώς, οι τύποι θα υποχωρήσουν μπροστά στην αποκάλυψη των μελλόντων και ο άρτος και ο οίνος της ευχαριστίας θα δώσουν τη θέση τους στη διηνεκή, άπαυστη και μεταμορφωτική δύναμη της θέας του προσώπου του αναστημένου Χριστού στην Εκκλησία των εσχάτων. Τελευταίο, αλλά όχι έσχατο, αποτελεί η διαπίστωσή μας κατά την πραγμάτευση του ανωτέρω θέματος ότι η χρήση των παραδειγμάτων, των τύπων, των αναλογιών και των εικόνων σε όλο το έργο του συγγραφέα δεν έρχονται σε αντίθεση με την ακρίβειά του κατά τη διατύπωση του δόγματος. Γνωρίζει ο μεγάλος δογματολόγος ότι άλλο πράγμα είναι η ακριβής διατύπωση του δόγματος και άλλο η λεπτομερής εξήγησή του. Γι αυτό, εξηγεί και ερμηνεύει με πλήθος παραδειγμάτων το μυστήριο του Τριαδικού Θεού, της σάρκωσης του Λόγου, της Εκκλησίας και των εσχάτων χωρίς φόβο μήπως παραβλαβεί η ακρίβεια κατά τη διατύπωση του δόγματος.